vautour
Εμφάνιση
Γαλλικά (fr)
[επεξεργασία]
Προφορά
[επεξεργασία]
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]| ενικός | πληθυντικός |
| vautour | vautours |
vautour (fr) αρσενικό
- (πτηνό) o γύπας
- (μεταφορικά) ο άρπαγας
| ενικός | πληθυντικός |
| vautour | vautours |
vautour (fr) αρσενικό