veľký
Εμφάνιση
Σλοβακικά (sk)
[επεξεργασία]
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- veľký < (κληρονομημένο) πρωτοσλαβική *velikъ, παράβαλε: σερβική veliki/велики (μεγάλος)
Προφορά
[επεξεργασία]- ΔΦΑ : /ˈveʎ.kiː/
- τυπογραφικός συλλαβισμός : veľ‐ký
Επίθετο
[επεξεργασία]veľký (sk) θηλυκό veľká, συγκριτικός : väčší, υπερθετικός : najväčší