Μετάβαση στο περιεχόμενο

veľký

Από Βικιλεξικό

Σλοβακικά (sk)

[επεξεργασία]

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
veľký < (κληρονομημένο) πρωτοσλαβική *velikъ, παράβαλε: σερβική veliki/велики (μεγάλος)

Προφορά

[επεξεργασία]
ΔΦΑ : /ˈveʎ.kiː/
τυπογραφικός συλλαβισμός: veľ

Επίθετο

[επεξεργασία]

veľký (sk) θηλυκό veľká, συγκριτικός:  väčší, υπερθετικός:  najväčší

  1. μεγάλος (για μέγεθος, έκταση)
    π.χ. On má veľký majetok. - (Αυτός) έχει μεγάλη περιουσία.
     συνώνυμα: obrovský (τεράστιος)
  2. σπουδαίος (για σημασία), μέγας (για ιστορικά πρόσωπα)
    π.χ. Alexander Veľký - ο Μέγας Αλέξανδρος