veille

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of France.svg Γαλλικά (fr) [επεξεργασία]

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

ενικός πληθυντικός
veille veilles

veille (fr) θηλυκό

  1. η παραμονή (μιας μέρας)
  2. η φροντίδα, η επίβλεψη