Μετάβαση στο περιεχόμενο

velum

Από Βικιλεξικό

Λατινικά (la)

[επεξεργασία]

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
vēlum < (κληρονομημένο) πρωτοϊταλική *wekslom < αβέβαιης ετυμολογίας. Υπάρχουν δύο θεωρίες:

Προφορά

[επεξεργασία]
ΔΦΑ : /ˈweː.ɫũː/ (κλασική λατινική)
τυπογραφικός συλλαβισμός: lum

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

vēlum ουδέτερο

  1. ύφασμα, παραπέτασμα, κουρτίνα
  2. (συνήθως στον πληθυντικό) ιστίο, πανί (καραβιού)
  3. (ανατομία) η μαλθακή υπερώα
αριθμός ενικός πληθυντικός
ονομαστική vēlum vēla
γενική vēlī vēlōrum
δοτική vēlō vēlīs
αιτιατική vēlum vēla
κλητική vēlum vēla
αφαιρετική vēlō vēlīs
(β' κλίση)

Συγγενικά

[επεξεργασία]

Απόγονοι

[επεξεργασία]

Αναφορές

[επεξεργασία]
  1. Μιχιέλ Ντε Βάαν (Michiel De Vaan) σελ. 660, (στα αγγλικά)