venaison

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Γαλλικά (fr) [επεξεργασία]

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

ενικός πληθυντικός
venaison venaisons

venaison (fr) θηλυκό

  1. κρέας από μεγάλο θήραμα (ελάφι, αγριόχοιρο, κλπ)
  2. το λίπος ελαφιού ή αγριόχοιρου