vendémiaire

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Γαλλικά (fr) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

vendémiaire < vendange (τρύγος)

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

vendémiaire (fr) αρσενικό

  1. ο πρώτος μήνας του ημερολόγιου που ίσχυσε στη Γαλλία μετά την επανάσταση του 1789

Δείτε επίσης[επεξεργασία]