Μετάβαση στο περιεχόμενο

vendange

Από Βικιλεξικό

Γαλλικά (fr)

[επεξεργασία]
      ενικός         πληθυντικός  
vendange vendanges

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

vendange (fr) θηλυκό