vengeance

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Αγγλικά (en) [επεξεργασία]

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

vengeance (en)

  • η εκδίκηση που παίρνει κανείς για μία προσβολή ή οποιαδήποτε άλλη βλαπτική ενέργεια

Συνώνυμα[επεξεργασία]

Αντώνυμα[επεξεργασία]



Γαλλικά (fr) [επεξεργασία]

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

ενικός πληθυντικός
vengeance vengeances

vengeance (fr) θηλυκό

  1. η εκδίκηση