venninne

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Νορβηγικά (no) [επεξεργασία]

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

venninne (no) θηλυκό