verge

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Αγγλικά (en) [επεξεργασία]

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

verge (en)

  1. ράβδος, ενδεικτική αξιώματος (→ δείτε τη λέξη: verger)
  2. όριο, σύνορο, μεταίχμιο

Open book 01.svg Ρήμα[επεξεργασία]

verge (en)

  1. συνορεύω, πλησιάζω, κοντεύω (πχ για μεγέθη)



Γαλλικά (fr) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

verge < λατινική virga

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /vɛʁʒ/

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

ενικός πληθυντικός
verge verges

verge (fr) θηλυκό

  1. η γιάρδα
  2. ξύλινο ή μεταλλικό στέλεχος, ράβδος, βέργα
  3. το πέος



Ιταλικά (it) [επεξεργασία]

Open book 01.svg Κλιτή μορφή ουσιαστικού[επεξεργασία]

ενικός πληθυντικός
verga verge

verge (it)

  1. πληθυντικός του verga