verlassen

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Germany.svg Γερμανικά (de) [επεξεργασία]

Open book 01.svg Ρήμα[επεξεργασία]

verlassen (de) jdn. (Präteritum: verließ, Partizip II: verlassen)

sie hat ihr Land verlassen, εγκατέλειψε τη χώρα της