verlassen

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Γερμανικά (de) [επεξεργασία]

Προφορά[επεξεργασία]

verlassen 

Ρήμα[επεξεργασία]

verlassen (de) jdn. (Präteritum: verließ, Partizip II: verlassen)