vermek

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Τουρκικά (tr) [επεξεργασία]

Ετυμολογία [επεξεργασία]

vermek < παλαιοτουρκική bér- < πρωτοτουρκική *bēr- (δίνω)

Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /ver‧mek/

Ρήμα[επεξεργασία]

vermek (tr)

  1. δίνω
    Bana biraz para verdi. - Μου έδωσε κάποια χρήματα.
  2. (αργκό) συμμετέχω σε σεξουαλική επαφή με παθητικό ρόλο
    Niko'ya götünü vermiş! - (Οι φήμες λένε πως) έδωσε τον κώλο του στον Νίκο!

Κλίση[επεξεργασία]