verrouillé
Εμφάνιση
Γαλλικά (fr)
[επεξεργασία]| γένος | ενικός | πληθυντικός |
|---|---|---|
| αρσενικό | verrouillé | verrouillés |
| θηλυκό | verrouillée | verrouillées |
Επίθετο
[επεξεργασία]verrouillé (fr)
| γένος | ενικός | πληθυντικός |
|---|---|---|
| αρσενικό | verrouillé | verrouillés |
| θηλυκό | verrouillée | verrouillées |
verrouillé (fr)