verschmutzen

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Germany.svg Γερμανικά (de) []

Open book 01.svg Ρήμα[]

verschmutzen (de)

  1. (μεταβατικό) βρομίζω
  2. (αμετάβατο) βρομίζομαι