Μετάβαση στο περιεχόμενο

verurteilen

Από Βικιλεξικό

Γερμανικά (de)

[επεξεργασία]

verurteilen (de)

Er wurde wegen Hochverrats zum Tode verurteilt
Καταδικάστηκε σε θάνατο για εσχάτη προδοσία