Μετάβαση στο περιεχόμενο

vesicle

Από Βικιλεξικό

Αγγλικά (en)

[επεξεργασία]

Ετυμολογία en

[επεξεργασία]

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

vesicle (en)

Δείτε επίσης

[επεξεργασία]
  • vesicle στην αγγλική Βικιπαίδεια Λήμμα στην αγγλική Βικιπαίδεια