veteran
Εμφάνιση
Αγγλικά (en)
[επεξεργασία]
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]| ενικός | πληθυντικός |
| veteran | veterans |
veteran (en)
- βετεράνος, παλαίμαχος, άνθρωπος με πολύχρονη ενασχόληση και μεγάλη πείρα σε έναν τομέα
He is a (seasoned) veteran of the political establishment.
- Είναι βετεράνος του πολιτικού κατεστημένου.
The speech was given by the veteran British actor.
- Την ομιλία την εκφώνησε ο παλαίμαχος Βρετανός ηθοποιός.
- βετεράνος, παλαίμαχος, που είχε πολεμήσει στο παρελθόν
He is a veteran who served in the Vietnam War.
- Είναι βετεράνος που υπηρέτησε στον πόλεμο του Βιετνάμ.
a veteran soldier - παλαίμαχος στρατιώτης