Μετάβαση στο περιεχόμενο

vigeo

Από Βικιλεξικό

Λατινικά (la)

[επεξεργασία]

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
vigeo < vis

vigeo

  1. ακμάζω
  2. θάλλω
  3. είμαι ισχυρός