vigie

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of France.svg Γαλλικά (fr) [επεξεργασία]

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

ενικός πληθυντικός
vigie vigies

vigie (fr) θηλυκό

  1. (ναυτικός όρος) ρηχός βυθός ή ύφαλος· σημαδούρα που δείχνει κάτι τέτοιο
  2. (παρωχημένο) επιτηρητής σε μια ακτή που επιτηρεί την θαλάσσια κίνηση
  3. η επιτήρηση της θάλασσας από έναν ναύτη που βρίσκεται σε ένα ψηλό μέρος ενός πλοίου· (μετωνυμία) ναύτης, σε μια ακτή ή έναν φάρο που επιτηρεί τη θαλάσσια κίνηση
  4. χώρος επιτήρησης των οδηγών τρένων