Μετάβαση στο περιεχόμενο

vigueur

Από Βικιλεξικό

Γαλλικά (fr)

[επεξεργασία]

Προφορά

[επεξεργασία]
 

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]
      ενικός         πληθυντικός  
vigueur vigueurs

vigueur (fr) θηλυκό

  1. η ευρωστία
  2. το σθένος
  3. η στιβαρότητα
  4. η ισχύς
    en vigueur - εν ισχύι

Συγγενικά

[επεξεργασία]

και