vigueur

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of France.svg Γαλλικά (fr) [επεξεργασία]

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

ενικός πληθυντικός
vigueur vigueurs

vigueur (fr) θηλυκό

  1. η ευρωστία
  2. το σθένος
  3. η ισχύς
    en vigueur - εν ισχύι

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

και