Μετάβαση στο περιεχόμενο

vilify

Από Βικιλεξικό

Αγγλικά (en)

[επεξεργασία]
ενεστώτας vilify
γ΄ ενικό ενεστώτα vilifies
αόριστος vilified
παθητική μετοχή vilified
ενεργητική μετοχή vilifying

vilify (en)