Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of the United Kingdom.svg Αγγλικά (en) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

vindicate < λατινική vindicāre < vis + dicere

Open book 01.svg Ρήμα[επεξεργασία]

vindicate (en)

  1. καθαρίζω από μια κατηγορία ή υποψία
    to vindicate someone's honor
  2. δικαιολογώ παρέχοντας αποδείξεις
    to vindicate a right, claim or title
  3. υπερασπίζομαι μια ιδέα ή μια υπόθεση
    to vindicate the rights of labor movement in developing countries
  4. δικαιολογώ, δικαιώνω
    The violent history of the suspect vindicated the use of force by the police.
  5. διεκδικώ
  6. (παρωχημένο) απελευθερώνω
  7. (παρωχημένο) εκδικούμαι, τιμωρώ
    A war to vindicate infidelity.