violinist
Εμφάνιση
Αγγλικά (en)
[επεξεργασία]| ενικός | πληθυντικός |
| violinist | violinists |
Ετυμολογία
[επεξεργασία]
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]violinist (en)
- (επάγγελμα, μουσική) ο βιολιστής/η βιολίστρια
The violinist used the bow with great skill.
- Ο βιολιστής χρησιμοποιούσε το δοξάρι με μεγάλη δεξιοτεχνία.