Μετάβαση στο περιεχόμενο

violinist

Από Βικιλεξικό

Αγγλικά (en)

[επεξεργασία]
      ενικός         πληθυντικός  
violinist violinists

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
violinist < violin + -ist

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

violinist (en)