vipère
Εμφάνιση
Γαλλικά (fr)
[επεξεργασία]
Ετυμολογία
[επεξεργασία]
Προφορά
[επεξεργασία]
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]| ενικός | πληθυντικός |
| vipère | vipères |
vipère (fr) θηλυκό
- η οχιά
Εκφράσεις
[επεξεργασία]- (μεταφορικά) langue de vipère : κακολόγος άνθρωπος