vivrier

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Γαλλικά (fr) [επεξεργασία]

Επίθετο[επεξεργασία]

γένος ενικός πληθυντικός
αρσενικό vivrier vivriers
θηλυκό vivrière vivrières

vivrier (fr)

  1. που προορίζεται για τη διατροφή