vliegen

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ολλανδικά (nl) [επεξεργασία]

Προφορά[επεξεργασία]

vliegen 

Ρήμα[επεξεργασία]

vliegen (nl) (αόρ. : vloog, παθ. μτχ. : gevlogen)