vocal
Εμφάνιση
Γαλλικά (fr)
[επεξεργασία]
Ετυμολογία
[επεξεργασία]
Προφορά
[επεξεργασία]- ΔΦΑ : /vɔˈkal/ ⓘ
- τυπογραφικός συλλαβισμός : vo‐cale
Επίθετο
[επεξεργασία]| γένος | ενικός | πληθυντικός |
|---|---|---|
| αρσενικό | vocal | vocaux |
| θηλυκό | vocale | vocales |
vocal (fr)
Σύνθετα
[επεξεργασία]
Πηγές
[επεξεργασία]- vocal - CNRTL (Centre National de Resources Textuelles et Lexicales, 2005) από το Trésor de la langue française informatisé
Ισπανικά (es)
[επεξεργασία]
Επίθετο
[επεξεργασία]vocal (es)