voegwoord

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ολλανδικά (nl) [επεξεργασία]

Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /ˈvuxʋoːrt/

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

voegwoord (nl) ουδέτερο