voile

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση
Τυπογραφικές παραλλαγές Δείτε επίσης : voilé

Flag of France.svg Γαλλικά (fr) []

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

voile < λατινική velum

Open book 01.svg Ουσιαστικό[]

ενικός πληθυντικός
voile voiles

voile (fr) αρσενικό

  1. το μαντήλι
    elle porte un voile - φοράει μαντήλι

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

voile < veil < un voile

Open book 01.svg Ουσιαστικό[]

ενικός πληθυντικός
voile voiles

voile (fr) αρσενικό

  1. το ιστίο, το πανί
    le voilier a une voile - το ιστιοφόρο έχει ένα ιστίο

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[]