voile
Εμφάνιση
Γαλλικά (fr)
[επεξεργασία]
Ετυμολογία
[επεξεργασία]
Προφορά
[επεξεργασία]- ΔΦΑ : /vwal/ ⓘ
- τυπογραφικός συλλαβισμός : voile
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]| ενικός | πληθυντικός |
| voile | voiles |
voile (fr) θηλυκό
- το ιστίο, το πανί
- η ιστιοπλοΐα
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]| ενικός | πληθυντικός |
| voile | voiles |
voile (fr) αρσενικό
Συγγενικά
[επεξεργασία]
Πηγές
[επεξεργασία]- voile - CNRTL (Centre National de Resources Textuelles et Lexicales, 2005) από το Trésor de la langue française informatisé