Μετάβαση στο περιεχόμενο

voltaïque

Από Βικιλεξικό

Γαλλικά (fr)

[επεξεργασία]

Επίθετο

[επεξεργασία]
      ενικός         πληθυντικός  
voltaïque voltaïques

voltaïque (fr) αρσενικό ή θηλυκό