Μετάβαση στο περιεχόμενο

vomata

Από Βικιλεξικό

Εσπεράντο (eo)

[επεξεργασία]

Ρηματικός τύπος

[επεξεργασία]

vomata (eo)

  • ενεστώτας της επιθετικής παθητικής μετοχής του ρήματος vomi