Μετάβαση στο περιεχόμενο

vomissure

Από Βικιλεξικό

Γαλλικά (fr)

[επεξεργασία]
      ενικός         πληθυντικός  
vomissure vomissures

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

vomissure (fr) θηλυκό