vorbereiten

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Γερμανικά (de)[επεξεργασία]

Ρήμα[επεξεργασία]

vorbereiten (de)

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

  • → δείτε τη λέξη bereit