vorbereiten

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Γερμανικά (de) [επεξεργασία]

Open book 01.svg Ρήμα[επεξεργασία]

vorbereiten (de)

  1. (μεταβατικό) ετοιμάζω

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

  • δείτε τη λέξη: bereit