Μετάβαση στο περιεχόμενο

vortice

Από Βικιλεξικό

Ιταλικά (it)

[επεξεργασία]

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]
      ενικός         πληθυντικός  
vortice vortici

vortice (it)

  1. στρόβιλος
  2. δίνη