voucher

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Αγγλικά (en) [επεξεργασία]

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

ενικός πληθυντικός
voucher vouchers

voucher (en)

  1. κουπόνι είτε εκπτωτικό είτε ανταλλάξιμο με συγκεκριμένο αντικείμενο ή υπηρεσία

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]