Μετάβαση στο περιεχόμενο

vulp-

Από Βικιλεξικό

Εσπεράντο (eo)

[επεξεργασία]

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
vulp- < λατινική vulpes

vulp- (eo)

  • ρίζα λέξεων που σχετίζονται με την έννοια: αλεπού

Παράγωγα

[επεξεργασία]