włócznik

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Πολωνικά (pl) [επεξεργασία]

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

włócznik (pl) αρσενικό

  1. (ιχθυολογία) ο ξιφίας