Μετάβαση στο περιεχόμενο

waffle

Από Βικιλεξικό

Αγγλικά (en)

[επεξεργασία]

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]
      ενικός         πληθυντικός  
waffle waffles

waffle (en)

  • η βάφλα
    παράδειγμα  a Belgian waffle - βελγική βάφλα

Πολυλεκτικοί όροι

[επεξεργασία]