wag

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Αγγλικά (en) [επεξεργασία]

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

wag (en)

Open book 01.svg Ρήμα[επεξεργασία]

wag (en)

  1. κουνώ πέρα δώθε (ιδίως για την ουρά ενός ζώου)
  2. (αργκό) κάνω κοπάνα από το σχολείο, "την κοπανάω"