wailing

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Αγγλικά (en) [επεξεργασία]

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /ˈweɪlɪŋ/
ομόηχο: whaling (φαλαινοθηρία)

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

ενικός πληθυντικός
wailing wailings

wailing (en)

  • το να πλαντάζω στο κλάμα, σπαραγμός οδύνης