walking frame
Εμφάνιση
Αγγλικά (en)
[επεξεργασία]
Ετυμολογία
[επεξεργασία]
Πολυλεκτικός όρος
[επεξεργασία]walking frame (en)
- περιπατητήρας, βοήθημα βάδισης σε σχήμα Π («πι») για άτομα με κινητικά προβλήματα
walking frame (en)