Μετάβαση στο περιεχόμενο

wall painting

Από Βικιλεξικό

Αγγλικά (en)

[επεξεργασία]
      ενικός         πληθυντικός  
wall painting wall paintings

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
wall painting <  δείτε τις λέξεις wall και painting

Πολυλεκτικός όρος

[επεξεργασία]

wall painting (en)

  • η τοιχογραφία
    παράδειγμα  The restoration work of the temple revealed an older layer with wall paintings.
    Τα έργα της αναστήλωσης του ναού αποκάλυψαν ένα παλαιότερο στρώμα με τοιχογραφίες.