wallet

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Αγγλικά (en)[επεξεργασία]

      ενικός         πληθυντικός  
wallet wallets

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

wallet (en)

  • το πορτοφόλι
    Wallets were easy prey for the experienced thief.
    Τα πορτοφόλια ήταν εύκολη λεία για τον έμπειρο κλέφτη.

Πηγές[επεξεργασία]