ward

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
Δείτε επίσης: word

Αγγλικά (en) [επεξεργασία]

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

ward (en)

  1. κτήριο, διαμέρισμα ή αίθουσα νοσοκομείου
  2. περιφέρεια πόλης, εκλογική περιφέρεια

Παράγωγες λέξεις[επεξεργασία]