warunek

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Πολωνικά (pl) [επεξεργασία]

Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /vaˈrũnɛk/
warunek 

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

warunek (pl) αρσενικό

  1. η προϋπόθεση
  2. (μαθηματικά) η συνθήκη
  3. (στον πληθυντικό) οι συνθήκες, οι καταστάσεις
  4. (φοιτητική αργκό) η βάση

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Πολυλεκτικοί όροι[επεξεργασία]

Χρήση[επεξεργασία]