waschen

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Γερμανικά (de) [επεξεργασία]

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[επεξεργασία]

waschen 

Open book 01.svg Ρήμα[επεξεργασία]

waschen (de)

  1. πλένω
  2. sich waschen - πλένομαι