washi

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Αγγλικά (en) [επεξεργασία]

Ετυμολογία [επεξεργασία]

washi < ιαπωνική 和紙

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

washi (en) άκλιτο

  • παραδοσιακό ιαπωνικό χαρτί για κατασκευές