waterwheel
Εμφάνιση
Αγγλικά (en)
[επεξεργασία]
Ετυμολογία
[επεξεργασία]
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]| ενικός | πληθυντικός |
| waterwheel | waterwheels |
waterwheel (en)
- η φτερωτή
The water fell from a height of approximately 7 meters onto the mill's waterwheel.
- Το νερό έπεσε από ύψος 7 μέτρων περίπου στη φτερωτή του μύλου.