watery
Εμφάνιση
Αγγλικά (en)
[επεξεργασία]
Ετυμολογία
[επεξεργασία]
Επίθετο
[επεξεργασία]| παραθετικά | |
| θετικός | watery |
| συγκριτικός | more watery |
| υπερθετικός | most watery |
watery (en)
- νερουλός, για φαγητό, ποτό κτλ. που περιέχει πάρα πολύ νερό και είναι αραιό και δεν έχει γεύση
The dishes were tasteless and watery.
- Τα φαγητά ήταν άγευστα και νερουλά.