Μετάβαση στο περιεχόμενο

wdowiec

Από Βικιλεξικό

Πολωνικά (pl)

[επεξεργασία]

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

wdowiec (pl) αρσενικό

Συγγενικά

[επεξεργασία]

 δείτε τη λέξη wdowa